Τα βιβλία που γράφει συγγραφέας Κωνσταντίνα Σωτηρίου κινούνται ανάμεσα στο Κυπριακό ζήτημα και στη θέση της γυναίκας, εκεί όπου η σιωπή μετατρέπεται σε λόγο και η εμπειρία σε μαρτυρία. Αναζητά μια διαφορετική οπτική, μια φωνή που να αρθρώνεται όχι μόνο ως αφήγηση, αλλά ως πράξη. Στις σελίδες της αποτυπώνεται η αδιαφορία της εξουσίας απέναντι στις δολοφονίες που διαπερνούν το βιβλίο, μια αδιαφορία βαριά, σχεδόν εκκωφαντική.
Η εύρεση της φωνής της αφηγήτριας υπήρξε δύσκολη. Έπρεπε να μιλήσει η Κύπρος, όχι ως τόπος, αλλά ως μνήμη. Έτσι, η συγγραφέας στράφηκε στη γιαγιά της, σε μια προσφορά άτυπη αλλά ουσιαστική, και μέσα από έρευνα και εσωτερική πάλη οικοδόμησε μια αφήγηση που φέρει το βάρος της ισχύος και της ευθύνης. Ως γυναίκα, στάθηκε με δέος απέναντι στις γυναίκες από τις Φιλιππίνες που φροντίζουν τους ηλικιωμένους, γυναίκες αόρατες, κι όμως θεμελιώδεις.
Η γλώσσα δανείζεται τον ρυθμό ενός γέρου ανθρώπου, που αναμασά τη μνήμη, επαναλαμβάνει, επιμένει, σαν να φοβάται μήπως χαθεί η συνέχεια. Χρειάστηκαν πέντε χρόνια για να βρεθεί ο τόπος απ’ όπου θα μιλούσε η ηρωίδα. Η φωνή της είναι προφορική, σχεδόν τελετουργική, με κάτι σωκρατικό στον τρόπο που αναζητά την αλήθεια. Υπάρχει μια μυσταγωγία στη δράση, μια αίσθηση πως ό,τι λέγεται, λέγεται χαμηλόφωνα, αλλά βαθαίνει.
Ο τόπος του τάφου —εκεί όπου δολοφονούνταν οι γυναίκες— ήταν κάποτε ειδυλλιακός. Ένας φωτογράφος που ήταν στρατιωτικός τον επισκεπτόταν συχνά για να αποτυπώσει την ομορφιά του.Ήταν ο δολοφόνος των γυναικών. Η ίδια ομορφιά μεταστράφηκε σε τόπο θανάτου, κι αυτή η αντίφαση διαπερνά την αφήγηση. Παράλληλες ιστορίες ξεδιπλώνονται: τα ορυχεία, το σανατόριο, η γεωγραφία του τόπου,ορυχείο,λίμνη ,τάφος Ο τίτλος και ο τρόπος γραφής κινούνται σε πολλά επίπεδα· καμία λέξη δεν είναι τυχαία, καθεμία έχει το βάρος της.
Ξεχωρίζει η φωνή της γιαγιάς και της μαμού, αυθεντική, ανεπιτήδευτη. Αποσπάσματα από το βιβλίο ακούγονται σαν μικρά, συμπυκνωμένα ρεύματα πίκρας. Η αφήγηση δεν αφήνει χώρο για ανάσα· ο λόγος είναι μακροπερίοδος, ασθματικός, και ο αναγνώστης βιώνει την έλλειψη οξυγόνου, καθώς παρασύρεται σε έναν εσωτερικό μονόλογο όπου παρελαύνουν γεγονότα της απεργίας και της εποχής της ΕΟΚΑ.
Η μαμού αναδύεται ως μορφή με τσαμπουκά και οξύ βλέμμα, σχεδόν σκηνοθετικό. Γνωρίζει πώς θα κλάψουν, πότε θα σωπάσουν, πώς θα διεκδικήσουν τη βοήθεια των βουλευτών. Είναι πραγματικό πρόσωπο, αλλά και σύμβολο. Η απογοήτευση τη σημάδεψε: δεν άφησε ξανά τα μαλλιά της να μακρύνουν, δεν φρόντισε τον εαυτό της. Έμαθε να ζει μόνη, κουβαλώντας τη ζωή σαν βάρος και σαν καθήκον.
Επόμενη συνάντηση :23/01/2026 με το βιβλίο :Εγγαστρίμυθη φάλαινα του Αστερίου
Άλλα βιβλία που ακούστηκαν είναι:
«Το χιόνι των Αγράφων», «Οι άθλοι του Ουγκό», «Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες» του Φουέντες, «Παλιοκόριτσο» του Λιόσα, «Η χρησιμότητα του άχρηστου» του Όρντινε Νούτσιο.


