Η βασική ιδέα στην παράσταση που παρακολουθήσαμε ,Ε΄και Στ΄τάξεις , ήταν ότι ο άνθρωπος έχει την λογική και τα συναισθήματα που τον διαμορφώνουν σαν προσωπικότητα.Ο ήρωας του θετρικού, μεγάλος επιστήμονας και στοχαστής της εποχής του, αφιέρωσε όλη του τη ζωή στη γνώση. Οι εξισώσεις και οι μηχανισμοί ήταν γι’ αυτόν πιο οικείοι από τους ανθρώπους. Όμως, πίσω από τη λαμπρή του διάνοια κρυβόταν ένα βαθύ κενό: δεν είχε παιδί. Έτσι γεννήθηκε η πιο παράδοξη και φιλόδοξη ιδέα του — να κατασκευάσει ένα ρομπότ για να είναι το παιδί του.
Το ρομπότ ήταν άψογο. Μπορούσε να μιλά, να κινείται, να μαθαίνει με ταχύτητα που ξεπερνούσε κάθε ανθρώπινο νου. Είχε μνήμη αλάνθαστη και σώμα ακούραστο. Κι όμως, υπήρχε κάτι που έλειπε. Ο Ευκλείδης, παρά τη μεγαλοφυΐα του, συνειδητοποίησε ότι δύο πράγματα δεν μπορούσαν να κατασκευαστούν: το συναίσθημα και η λογική της ανθρώπινης εμπειρίας. Όχι τη μαθηματική λογική, αλλά εκείνη που γεννιέται από τον πόνο, την αγάπη και την επιλογή.
Τότε εμφανίστηκε ο Καρίμ. Ένα προσφυγόπουλο, μόνο του σε μια ξένη χώρα, κουβαλώντας στις σιωπές του ιστορίες πολέμου και απώλειας. Ο Καρίμ δεν ήξερε επιστήμη, αλλά ήξερε τι σημαίνει φόβος, ελπίδα και επιβίωση. Η φιλία του με το ρομπότ άλλαξε τα πάντα.
Μέσα από τον Καρίμ, το ρομπότ άρχισε να παρατηρεί. Να ρωτά. Να αμφιβάλλει. Δεν «έμαθε» το συναίσθημα — το πλησίασε. Και μαζί με αυτό, γεννήθηκε κάτι απρόσμενο: μια μορφή λογικής που δεν είχε γραφτεί σε κώδικα, αλλά σχηματιζόταν μέσα από την επαφή με τον άνθρωπο.
Ο Ευκλείδης κατάλαβε τότε την παράσταση της δημιουργίας του. Δεν μπορείς να φτιάξεις παιδί· μπορείς μόνο να το συνοδεύσεις. Και ούτε η μηχανή ούτε ο άνθρωπος είναι ολοκληρωμένοι μόνοι τους. Η εξέλιξη γεννιέται στη σχέση.
Ο Καρίμ δεν έδωσε στο ρομπότ καρδιά. Του έδειξε, όμως, πού να κοιτάξει για να τη βρει.
